Δεν φτάνει να κατέχεις μόνον την γνώση...ή γιατί θα πρέπει να ενισχυθούν τα Γραφεία Μεταφοράς Τεχνογνωσίας.
Πάντα ήμουν της γνώμης πως είναι καλύτερα να διαδίδεται η γνώση και ο προβληματισμός, παρά να περιχαρακώνουμε την όποια γνώση μας με την δικαιολογία πως αυτή δεν γίνεται από το πλατύ κοινό κατανοητή.
Η αναζήτηση της αλήθειας απο τον επιστήμονα και ερευνητή ολοκληρώνεται μόνον κατά το ήμισυ εάν η πληροφορία που κατακτά δε δημοσιεύεται ευρέως και δε διατίθεται άμεσα στην κοινωνία. Αυτό οδήγησε τα τελευταία χρόνια σε πρακτικές για διάδοση της γνώσης όχι μόνο μέσω του κλασικού τρόπου των επιστημονικών δημοσιέυσεων, αλλά και μέσω της ευρύτερης επικοινωνίας προκειμένου να φτάσουμε στην υλοποίηση του οράματος της παγκόσμιας και προσβάσιμης αναπαράστασης της γνώσης.
Οι ευρωπαικές κυβερνήσεις απέδειξαν έμπρακτα πως ενδιαφέρονται για την περαιτέρω διάδοση της γνώσης , ώστε να αποκομίσουμε το μεγαλύτερο δυνατό όφελος για την επιστήμη και την κοινωνία.
Τα Γραφεία Μεταφοράς Τεχνογνωσίας ή Διαμεσολάβησης δημιουργήθηκαν με στόχο να ενθαρύννουν τους ερευνητές μας να δημοσιεύουν το έργο τους, να διατηρήσουν τα πρότυπα διασφάλισης ποιότητας και της καλής επιστημονικής πρακτικής αλλα κυρίως να ξεπεράσουν την ακαμψία συνεργασίας μεταξύ των ερευνητικών Ιδρυμάτων και της βιομηχανίας ενθαρρύνοντας με έναν πιο στοχοθετημένο τρόπο τον προσανατολισμό στην καινοτομία, τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και, γενικότερα, τη μεταφορά και τη διάδοση της γνώσης, βοηθώντας τον επιστημονικό χώρο να προσαρμοστεί στον πολυθεματικό χαρακτήρα των διαφόρων τομέων στους οποίους εντοπίζονται τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας, όπως η αειφόρος ανάπτυξη, οι νέες ασθένειες, η διαχείριση των κινδύνων κλπ.
Δεν αμφιβάλλει κανείς πως τα Γραφεία Μεταφοράς Τεχνογνωσίας μπορούν να εφαρμόσουν στην πράξη καλύτερα αυτές τις πρακτικές. Ο λόγος είναι απλός, πολλοί ερευνητές και Ινστιτούτα στερούνται εξοικείωσης με την οικονομική πραγματικότητα της έρευνας, ιδιαίτερα με τις πτυχές της διαχείρισης, της επικοινωνίας και τα θέματα της πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα Γραφεία Μεταφοράς Τεχνογνωσίας γίνονται οι αληθινοί πρωταγωνιστές αυτής της διαδικασίας διαθέτοντας εξειδικευμενα και ειδικά κατηρτισμένα στελέχη για να μετατρέψουν την απλή γνώση σε σταθερό κεφάλαιο και μέσο παραγωγής.
Η γνώση δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα και δεν είναι πρόσφορο να αντιμετωπίζεται με ελαφρά την καρδία ή να προωθείται με ερασιτεχνισμό. Οι κάτοχοί της πρέπει να κατανοήσουν ότι οσο σωστότερα διαδίδεται τόσο πιο πλούσια γίνεται η κοινωνία. Από την ίδια της τη φύση, η γνώση απαιτεί να την αντιμετωπίζουμε ως ένα κοινό αγαθό, να τη θεωρούμε α priori ως το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής και συλλογικής εργασίας. Το να την εκμεταλευόμαστε ερασιτεχνικά σημαίνει ότι περιορίζουμε τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν, την αξία της κοινωνικής της χρήσης. Χρειάζονται εξειδικευμένα στελέχη ποιυ να μπορουν να κατανοήσουν αυτή την
την κοινή πολιτιστική κληρονομιά, για να τη χρησιμοποιήσουν ως "πολιτιστικό κεφάλαιο" ή "ανθρώπινο κεφάλαιο".
Αναφερόμαστε στους ανθρώπους που μπορούν να διαβλέψουν στην παραγωγή με βάση τις ανάγκες και θα μπορούσαν να αναπτύξουν την παραγωγική τους δραστηριότητα ως ένα σύνολο " συλλογικών δραστηριοτήτων", ανταλλάσσοντας αγαθά και υπηρεσίες τα οποία έχουν σαν κύριο γνώμωνα τον σεβασμό προς τον μόχθο του ερευνητή και του επιστήμονα.
Η μεταφορά Τεχνογνωσίας δημιουργεί και αναπτύσσει τέτοιου είδους νέες οικονομικές δραστηριότητες τόσο σε τοπικές όσο και σε διεθνείς αγορές.
Ενισχύει τις διακρατικές σχέσεις, το εμπόριο, τις μεταφορές και τις επικοινωνίες ενώ παράλληλα γεφυρώνει το οικονομικό χάσμα μεταξύ των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών. Σε κάθε προσπάθεια απαιτείται η ορθή επιλογή των μηχανισμών. Θα πρέπει λοιπόν να λάβουμε υπόψη μας πως αν θελήσουμε να αποφύγουμε τον κίνδυνο της ακατάλληλης ή αποτυχημένης μεταφοράς τεχνογνωσίας θα πρέπει να ενισχύσουμε τον ρόλο των ειδικών στελεχών που μπορούν να κατανοήσουν και να εκτιμήσουν τα αναμενόμενα οφέλη και το προβλεπόμενο κόστος έτσι ώστε κάθε προσπάθεια να προσεγγισθεί το ψηλότερο καθαρό κέρδος.
Η πολυπλοκότητα της όλης διαδικασίας μεταφοράς τεχνολογίας απαιτεί ουσιαστική συνεργασία μεταξύ του αποστολέα (πωλητή) και του παραλήπτη (αγοραστή) της αλλά και σωστή εκτίμηση των παραγόντων που την επηρεάζουν. Επειδή είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν όλα αυτά τα χαρακτηριστικά στον ίδιο τον ερευνητή ή επιστήμονα η παρουσία ενός έμπειρου συμβούλου - διαμεσολαβητή δεν είναι μόνον χρήσιμη αλλά και απαραίτητη
Για να μπορέσει όμως αυτή η πρακτική να προχωρήσει και να αποφέρει μετρήσιμα αποτελέσματα θα πρέπει να εξασφαλιστούν σταθεροί και επαρκεις πόροι κυρίως από την παραδοσιακή βασική πηγή χρηματοδότησης της έρευνας και της μεταφοράς τεχνογνωσίας, τις κρατικές δαπάνες.
Ωστόσο, δεν θα πρεπει να παραγνωρίσουμε πως υπάρχουν και εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης όπως οι ιδιωτικές δωρεές, τα εισοδήματα από την πώληση υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων των ερευνητικών υπηρεσιών ιδιαίτερα σε επιχειρήσεις) και η εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων της έρευνας και της δημιουργίας νέων τεχνολογικών επιχειρήσεων «spin off».
Σήμερα, οι πιο ανταγωνιστικές οικονομίες είναι εκείνες που επενδύουν στην επιστημονική έρευνα, την τεχνολογία και την καινοτομία. Γι’ αυτό, ακριβώς, η Έρευνα και η Καινοτομία, πρεπει να αποτελέσουν προτεραιότητα και στρατηγικό στόχο οδηγώντας στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών που θα ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες του καταναλωτή, θα αυξήσουν την παραγωγικότητα και θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα.
Τα Γραφεία Μεταφοράς Τεχνογνωσίας είναι αδιαμφησβήτητα τα κέντρα της ουσιαστικής και αποτελεσματικής ενημέρωσης που φέρνουν σε επαφή όλους τους ενδιαφερόμενους με τη διαθέσιμη τεχνολογία, που έχουν την δυνατότητα να παρουσιάσουν υπεύθηνα τα πλεονεκτήματα, αλλά και τα μειονεκτήματά της και δώσουν με τρόπο απλό και κατανοητό κάθε πληροφορία για τη χρήση της.
Είναι κοινά παραδεκτό ότι η ενίσχυση του συγκεκριμένου τομέα μπορεί να δράσει καταλυτικά για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Η επιχειρηματική πρακτική αποδεικνύει παγκοσμίως ότι η καινοτομία, η οποία προέρχεται από την ανάπτυξη της Έρευνας, αποτελεί τον κρίσιμο μηχανισμό για την εδραίωση μιας σύγχρονης, ανταγωνιστικής και κατά συνέπεια βιώσιμης ανάπτυξης με κύριο στόχο την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής